Ο
κύριος
Ντόμ
ήταν
κλεισμένος
μέσα
στον
επιβατικό
ανελκυστήρα
της
πολυκατοικίας
του
ώρες
πολλές.
Καθόταν
στο
πάτωμα
και
μόνη
του
συντροφιά
είχε
τον
Ιονάθαν
απέναντι
του
που
τον
κοιτούσε
υπομονετικά
χωρίς
να
ξέρει
τι
να
κάνει..
γιατί
καθόταν
εκεί
μόνος
του
τόσες
ώρες..
ίσως
να
σκέφτηκε.
Τι
να
περίμενε
άραγε..
ίσως
να
σκέφτηκε.
Γιατί
δε
σηκωνόντανε
να
βγει
έξω..
ίσως
να
σκέφτηκε.
Καθόταν
στο
πάτωμα
και
άρχισε
να
σκέφτεται
τα
παιδιά
του, την Φρίντα… τι να κάνουν άραγε στη μακρινή χώρα… στην μακρινή ήπειρο…
-Τι να κάνει ο πατέρας τώρα μαμά;;
-Τι να κάνει, θα έχει πάει τον γάτο του βόλτα….
Η
παρέα
γύριζε
με
αργούς
ρυθμούς
στο
νησί.
Στην
Ηλιαμπέλα.
Η
Φρίντα
είχε
πει
στον
σοφέρ
να
πηγαίνει
αργά
για
να
απολαύσουν
όσο
το
δυνατόν
περισσότερο
τη
διαδρομή
τα
παιδιά
της.
Είχανε
φύγει
από
το
Σάντα
Κρούζ,
είχανε
περάσει
την
ΜάγκαραΤσίμπα,
τους
κόλπους
Μάσαγκουάσου
και
ΟύμαΤούμπα
και
φτάνανε
τώρα
στο
ΚαραγκουαταΤούμπα και είχανε μία ώρα για να φτάσουνε στο Σάο Σεμπαστιό για να πάρουνε το φέρρυ.
-Τώρα θα είναι αργά εκεί , ίσως να παίρνει το τσάι του στο πίσω μπαλκόνι…
σκέφτηκε μεγαλόφωνα ο Τζέϊμι…
Μα
είχε
πιά
σκοτεινιάσει.
Η
ήλιος
είχε
αρχίσει
να
παίζει
κρυφτούλι
με
το
φεγγάρι
που
έβγαινε
τώρα.
Ο
κύριος
Ντόμ
είχε
γύρει
στο
πλάϊ
του
θαλάμου
και
είχε
αποκοιμηθεί
ενώ
ο
Ιονάθαν
είχε
πάει
πολύ
κοντά
στη
πόρτα
και
τον
έβλεπε
λίγο
κάτω
από
το
επίπεδο
του
πατώματος…..
Ο
ήλιος
κρύφτηκε,
η
Σελήνη
είχε
βγει
και
είχε
καλέσει
τους
φίλους
της
τα
άστρα
στον
ουρανό…
ο
κύριος
Ντόμ
είχε
πιά
αποκοιμηθεί
κεί
στον
ανελκυστήρα
στον
5ο
όροφο της πολυκατοικίας….