Ένιωθε
μια
περίεργη
ζέστη
αλλά
δεν
ήξερε
από
που
ερχόνταν…
ένιωθε
και
λίγο
άβολα
όμως
αλλά
κι
αυτό
δεν
ήξερε
από
που
ερχόνταν..
Άνοιξε
τα
μάτια
του
και
είδε
τον
Ιονάθαν
στη
ποδιά
του,
πρώτη
φορά
το
είχε
κάνει
αυτό.
Ο
ύπνος
τον
είχε
ξελογιάσει
εκεί
στη
πολυθρόνα
του,
γύρισε
και
είδε
το
ρολόϊ
του
τοίχου
6
το
πρωϊ…
σηκώθηκε,
άφησε
τον
Ιονάθαν
στη
πολυθρόνα
και
πήγε
στη
κουζίνα
και
έβαλε
το
φυσερό
στο
γκάζι.
Μετά
από
λίγο
σφύριζε
καθώς
εκείνος
έβγαινε
από
το
μπάνιο..
έβαλε
το
τσάι
μέσα
στην
κούπα
του
και
πήγε
στο
παράθυρο
που
έβλεπε
την
οδό
Χέλογιε.
Κανένας
δεν
ήταν
εκεί.
Κοίταξε
τον
ορίζοντα
και
μόλις
που
άρχιζε
να
αχνοφαίνεται
κάποιο
ομιχλώδες
λευκό
χρώμα…
μα
όχι,
ήταν
η
ιδέα
του,
ήθελε
να
ξημερώσει
πολύ
γρήγορα,
ήθελα
να
δει
την
επόμενη
μέρα. Ήθελε να φύγει η Τρίτη από το μυαλό του.. η Τρίτη…
-Αχ αυτή η Τρίτη…
-νιάουυυυυ
-Δε
μίλησα
σε
σένα
Ιονάθαν,
κοιμήσου,
ξεκουράσου,
περάσαμε
δύσκολη
μέρα
εχθές..
κάναμε
πάααααρα
πολλά
πράγματα…
Οι
ώρες
περάσαν
όμως
και
το
κουδούνι
χτύπησε.
Ο
κύριος
Ντόμ
πήγε
ν’
ανοίξει
και
πέρασε
μέσα
γρήγορα
γρήγορα
η
κυρία
Χάνα.
Ερχόνταν
κάθε
αρχή
του
μήνα
για
να
καθαρίσει
το
σπίτι
αλλά
τώρα
ήτανε
διπλή
φορά
λόγο
των Χριστουγέννων που ερχόντουσαν… και αφότου καλημερίστηκαν…
-Κύριε Ντόμ να κάνω και τα φωτιστικά..
-Όλα όλα κυρία Χάνα, θέλω τα παιδιά που θα έρθουν να νιώσουν ωραία, να είναι όλα πεντακάθαρα..
-Που είναι;
-Είναι στη Βραζιλία, με τη μητέρα τους. Πήγαν αμέσως μετά τον γάμο.. είναι ένα μήνα και βάλε τώρα εκεί..
-Να περάσουν καλά εύχομαι και νάναι ευτυχισμένα. Θα ρθούνε λοιπόν για τις γιορτές
-Ναι μα φυσικά και μετά αμέσως θα πάνε στις εργασίες τους.. Πρέπει να εργαστούνε και κάποια στιγμή..
-Άκουσα
ότι
θα
ανοίξει
υποκατάστημα
της
μεγάλης
τράπεζας
εδώ
στη
πόλη
μας,
εκτός
του
μικρού
αυτού
που
έχουμε
-Χμμμ… ενδιαφέρουσα είδηση μου μεταφέρεται κυρία Χάνα
-Ναι ναι, ψάχνουν κιόλας υπαλλήλους για να την λειτουργήσουν
-Χμμμ… πολύ ενδιαφέροντα νέα που μεταφέρεται σήμερα κυρία Χάνα, πείτε μου κι άλλα, πείτε μου κι άλλα…
Η
κυρία
Χάνα
τα
ήξερε
όλα
και
πως
άλλωστε.
Πήγαινε
παντού
μα
παντού
καθημερινά,
έτσι
του
είπε
που
επρόκειτο
ν’
ανοίξει,
πόσο
κόστιζε
το
κτήριο,
ποιός
το
είχε
στη
κατοχή
του..
τούπε
και
τον
καιρό
όλης
της
υπόλοιπης
εβδομάδας.. μα εργαζόντανε σκληρά η κυρία Χάνα. Κάθε που έφευγε το σπίτι μοσχομύριζε….
Και
ο
Ιονάθαν
ήταν
τόσες
ώρες
ξαπλωμένος
στη
πολυθρόνα
του
κύριου
Ντόμ
για
πρώτη
του
φορά…
την
αγάπησε
τη θέση..…