Εκείνος ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο… εκστρατεία θύμιζε.. ώρα μεγάλης μάχης. Και κείνο το ρολόϊ που δεν το κούρδισε.. ώς και ο Ιονάθαν τέζα κάτω τ’ ανάσκελα είχε πάρει και έπλεε σε πελάγη και συννεφάκια.. και ο κύρης του το ίδιο, αν και τόχε και άγχος. Άνοιξε το ένα μάτι είδε το ρολόϊ και ξαφνικά τα κλινοσκεπάσματα κάνανε σερφινγκ στον αέρα του υπνοδωματίου… Αργήσαμεεεε Ιονάθααααανννν Αυτό.. ίσως το άκουσε μέχρι και η κυρία Σίγκριντ χαχαχα….. Το γρήγορο τι να σημαίνει άραγε; Πρώτα να νιφτεί, πρώτα να βάλει το φυσερό να ζεστάνει νερό για το καφέ, πρώτα να ντυθεί ..πιό νάναι το γρήγορο άραγε; Όλα μαζί.. με το ένα χέρι έβαλε το ένα μανίκι του φρεσκοσιδερωμένου πουκάμισου και με το άλλο γέμιζε το φυσερό με νερό… Όλα θα πρέπει να τα προλάβω.. σκέφτηκε δυνατά. Ο Ιονάθαν άνοιξε το ένα μάτι, το έκλεισε και έφτιαξε μιά ακόμα πιο υπέροχη στάση ύπνου.. Καλά κοιμήσου εσύ και η τύχη σου δουλεύει.. του είπε ο κύρης του μεγαλόφωνα τώρα. Ο κύριος Ντόμ είχε προλάβει από τα χθές να πάρει και τα παπούτσια του από τον τσαγκάρη και να τα προβάρει τώρα στον καθρέπτη φρεσκογυαλισμένα, φρεσκοβαμμένα και με νέα κορδόνια !! Του άρεσαν τα παπούτσια νάχαν πάντα μιά δόση φρεσκάδας, ένιωθε ωραία. Ήταν έτοιμος, η γραβάτα ήταν από βραδύς δεμένη και τούμενε μόνο… Μόνο να βάλει το όμορφό του καπέλο. Έπιασε το πόμολο της πόρτας, κοίταξε τον Ιονάθαν, έκλεισε απαλά πίσω του…. Το ασανσέρ δούλευε σήμερα. Η μέρα ήταν όμορφη και έξω από το σπίτι. Άρχιζε τα εισβάλει για τα καλά σε όλους τους δρόμους και τις γωνιές. Ήθελε να δει τα τριαντάφυλλα, ήθελε να δει τις γαρδένιες και τα τουλίπες των κήπων και λές και κάτι τον έσπρωχνε να το κάνει γρήγορα…η ανυπομονησία μιάς ολόκληρης νύχτας μακριά τους φυσικά. Ο κύριος Ντόμ έστριψε προς την οδό Άβαγκεν όπου συνήθιζε να βάζει το αυτοκίνητό του, εκείνο το δεκαετίας τεράστιο μπεζ βόλβο. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα, έβαλε το κλειδί στη μηχανή και κίνησε για τον σιδηροδρομικό σταθμό…. Ο σιδηροδρομικός σταθμός είχε την πολυτελή εικόνα του μεν αλλά σκιαγραφούσε μια τεράστια πορεία στο χρόνο με κείνες τις όμορφες καμάρες και τα ατέλειωτα γλυπτικά ικριώματα στη πρόσοψη. Ένας όμορφος πολυτελέστατος περίγυρος με κέντρο τον ιδρυτή του σε ένα καταπληκτικό άγαλμα. Ο Νίλς είχε καταρτισμένες εντυπώσεις για το συνολικό σιδηροδρομικό δίκτυο αν και άρχισε τις κατασκευές στο νότιο τομέα. Έβλεπε σε βάθος χρόνου το σιδηρόδρομο δεμένο με το ακτοπλοϊκό -θαλάσσιο και λιμνιακό δίκτυο… ο Νίλς ήταν ονειροπόλος…αλλά τελικά όλα τα έκανε να είναι εφικτά, και τώρα κοσμούσε την είσοδο του κεντρικού εθνικού σταθμού της χώρας. Κι αν τον έβλεπες από μέσα… νόμιζες ότι ήσουν στο υπερώο ενός θαυμάσιου οικοδομήματος. Ένας τεράστιος αχανές τζαμένιος συνεχής θόλος με το κέντρο του να βλέπει περισσότερο προς το φώς. Το οικοδόμημα του 19ου αιώνα αφήνει στο νου εποχές άλλες, φορεσιές άλλες, ομιλίες άλλες, βλέμματα άλλα.. ο κύριος Ντόμ άφησε το αμάξι του στο σταθμό απέναντι και βγήκε έξω. Κοίταξε αριστερά κοίταξε δεξιά και έφτιαξε τη γραβάτα του… έριξε μιά ματιά στο ρολόϊ του σταθμού στη πρόσοψη επάνω του τεράστιου οικοδομήματος, είδε το δικό του.. σε 5 λεπτά. Σε 5 λεπτά συλλογίστηκε… έκανε να περάσει απέναντι όταν μια φωνή από τη κεντρική πύλη ακούστηκε--- -Πατέρα….. ο κύριος Ντόμ ξαφνιασμένος έκανε μια κίνηση αλαλαγμού… -Έλααα έλα Τζέϊμι… ο γιός του κύριου Ντόμ πέρασε το δρόμο μονομιάς και βρέθηκε στην αγκαλιά του -Αχ πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ. Ήταν μια χαρμόσυνη συνάντηση μετά από καιρό.. ο Τζέϊμι ήταν μεν σε διπλανή πόλη αλλά τον συναντούσε μία, άντε δυό φορές το χρόνο. Τώρα όμως ήταν Μία άλλη φορά… ο γάμος ήταν… κάπου εδώ χρονικά κοντά. -Έλα πάμε σπίτι.. θα τα πούμε όλα εκεί !!

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *