Η παρέα έμεινε εκεί στη ζεστή γωνίτσα. Το φούρνισμα τελείωσε και η θεία έβγαλε το ψωμάκι επάνω στο πάγκο της κουζίνας. Οι μυρουδιές ταξίδεψαν ακόμα πιό μακριά από τη περίμετρο του σπιτιού… τα πουλάκια κελαηδούσαν έξω, ενώ ο ήλιος είχε φτάσει στο πιό υψηλό του σημείο στο ταξίδι της μέρας του. Οι ώρες κύλαγαν όμορφα. Η παρέα μας είχε συμπόσιο και η θεία ήταν ο επικεφαλής μάστορας. Είχε βγάλει τα χαρτιά της και άπλωνε τη συνταγή του προζυμιού στο τραπέζι της. Έπαιρνε το βάζο της, συμπλήρωνε αλεύρι και αρωματισμένο νεράκι με βασιλικό και μέλι, το άφηνε σκεπασμένο με μια κουβερτούλα και την επομένη συμπλήρωνε πάλι λίγο αλεύρι και ακόμα λιγότερο νεράκι. Το ηφαίστειο άρχιζε να ενεργοποιείτε με τη πάροδο των ημερών και οι μυρωδιές άρχιζαν να αναδύονται στην ατμόσφαιρα. Είχε την υπομονή είχε τη διάθεση να φτιάξει κάτι καλό. Δεν το έκανε από μιά ξαφνάδα της ή για κάποιον ανούσιο λόγο, το έκανε από αγάπη. Το έκανε από μεράκι και αγάπη για τη μαγειρική της μεν για τις γεύσεις που έβγαζε δε στα φαγάκια της. Μετά από πέντε ή και καμιά φορά έξι μέρες διάρκειας αυτής τη διαδικασίας και εφόσον ο χυλός είχε της απαραίτητες μεγάλες φουσκάλες και την απαραίτητη όμορφη ξινή μυρουδιά, άλειφε την επιφάνεια με λαδάκι έκλεινε καλά το βάζο και το τοποθετούσε στη κατάψυξη με μία ευχή. Πάντα έκανε μιά ευχή η θεία για όλα, για την οικογένειά της, για τους συγγενείς της, για τους ανθρώπους που είχε δίπλα της, στη διπλανή πόρτα, τους γείτονες και όλους τους αγνώστους της. Η θεία ήταν άνθρωπος με βαθιά συγκίνηση στο βλέμμα της, στο λόγο της, στους τρόπους της. Η θεία ήταν άνθρωπος κανονικός. Και όταν ήταν ώρα για ζύμωμα, έβγαζε το βαζάκι της το άφηνε με κάλλη στο τραπέζι και μετά τη πάροδο τριών ωρών τουλάχιστον και εφόσον ξεπάγωνε και έπιανε τη θερμοκρασία του δωματίου αποσπούσε δύο κουταλιές της σούπας και της έβαζε σε ένα άλλο βαζάκι. Πρόσθετε και στα δύο βάζα αλευράκι το άφηνε μία ολάκερη μέρα και μετά το μεν πρώτο το τοποθετούσε πάλι στη κατάψυξη -αφού άλειφε φυσικά την επιφάνεια με λαδάκι- και το δε δεύτερο του πρόσθετε μπόλικο αλεύρι, νεράκι αρωματισμένο πάντα με βασιλικό και λίγο μέλι και άρχιζε το ζύμωμα… μαααα -Μαααα θέλω να σας πω κάτι και για τη συνταγή του ψωμιού. Αφαιρείς ας πούμε δύο τρεις κουταλιές από αυτόν τον χυλό, του βάζεις λίγο αλεύρι και το αφήνεις από βραδύς για να ζυμώσεις την επομένη έτσι δεν είναι; Ε λοιπόν αυτή τη ποσότητα ζυμαριού που έχεις εκεί έτοιμη την αφαιρείς από τη συνολική ποσότητα. Θέλεις να φτιάξεις ας πούμε ψωμί με ενάμιση κιλό αλεύρι και έχεις 100 γραμμάρια ανάπιασμα έτοιμο; Ε λοιπόν θα βάλεις 1400 γραμμάρια αλεύρι συν τα 100 του αναπιάσματος….. Είναι το συμπλήρωμα το καλό το Ανάπιασμα δηλαδή. Το βασικό συστατικό. ****η θεία έπρεπε να πει όλες τις λεπτομέρειες έτσι ώστε να δέσει τη συνταγή όσο μπορούσε περισσότερο. Δεν την ενδιέφεραν οι ακριβές ποσότητες και τα αυστηρά πρότυπα της συνταγής, πάντα λειτουργούσε με το μάτι και με την όσφρηση, και συνέχισε**** Πρέπει να καταλάβεις πότε είναι έτοιμος ο χυλός μέσω της όσφρησης. Έτσι λοιπόν όταν σου έρθει αυτή η όμορφη ξινούλα μυρωδιά στη μυτούλα σου και έχει τις απαραίτητα πολλές και μεγαλούτσικες φουσκάλες στην όψη, τότε το έργο σου θάναι έτοιμο -Ναι θεία, το κατάλαβα… έχεις ένα ενεργό ηφαίστειο στη κατάψυξη και κάθε 2-3 φορές το μήνα το βγάζεις έξω και του δίνεις ένταση. Το αφήνεις να πιάσει θερμοκρασία δωματίου, ύστερα του συμπληρώνεις ενέργεια προσθέτοντας ένα φλυτζάνι αλεύρι, το αφήνεις μία ολόκληρη μέρα και μετά το ξαναβάζεις στη κατάψυξη αλείφοντας προτού την επιφάνεια με λίγο λαδάκι Λίγο λαδάκι στην επιφάνεια. Το πρόσθετε γιατί έτσι το έκανε η μανούλα της. Γιατί έτσι το έκανε η γιαγιούλα της. Το έκανε γιατί δεν έπρεπε να χαλάσει το τρόπο παρασκευής τόσων ετών. Το λαδάκι θα εισχωρούσε μέσα στο αλεύρι. Θα βοηθούσε στη συντήρηση αλλά και στη ζύμωση κατά κάποιον τρόπο και μετά θα απλωνόντανε στο πάτο του βάζου. Που και που το έβγαζε με ένα κουταλάκι, αλλά πάντα ήταν εκεί στη θέση του, έστω και λίγο… έστω και λίγο.

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *