Η
κουζίνα
ήταν
έτοιμη
να
υποδεχθεί
τις
νοστιμιές
του
γαμήλιου
δείπνου
και
ο
κύριος
Ντόμ
ήταν
έτοιμος
να
εκφράσει
όλη
του
τη
τέχνη.
Μπήκε
λοιπόν
στο
κάστρο
του
και
άρχισε
να
ετοιμάζει
την
υπερπαραγωγή.
Άπλωσε
τα
κομμάτια
βοδινού
επάνω
στο
πάγκο
ενώ
μέσα
σε
ένα
λεκανάκι
έριξε
αρκετό
αλεύρι
και
μία
κουταλιά
της
σούπας
πιπέρι.
Ανακάτεψε
και
αλεύρωσε
ένα
ένα
τα
κομμάτια
που
στη
συνέχεια
τα
άφηνε
απαλά
μέσα
στη
τηγάνα
του.
Τα
αναποδογύρισε
μερικές
φορές
και
καθώς
πήραν
το
πρώτο
τόνο
ψησίματος
τα
έβγαλε
και
τα
έβαλε
σε
μία
πιατέλα.
Τα
υγρά
συστατικά
είχαν
κρατηθεί
μέσα
τους
και
αυτό
ήθελε.
Στη
συνέχεια
σε
μία
κατσαρόλα
έριξε
μπόλικο
λάδι
και
άναψε
το
γκάζι.
Μόλις
αυτό
ζεστάθηκε
έριξε
μέσα
ροδέλες
από
πέντε
σκελίδες σκόρδο και ένα ματσάκι μαϊντανό ψιλοκομμένο.
-Πως τα βλέπεις Ιονάθαν; Σε πήραν οι μυρουδιές;
Ο
Ιονάθαν
είχε
ανέβει
σε
μιά
καρέκλα
και
κοίταζε
τον
κύρη
του
ενώ
ανοιγόκλεισε
απαλά
τα
μάτια
του
και
νιαουρίζοντας
γύρισε
το
κεφάλι
του
και
κοίταξε
έξω.
Στη
βεράντα
είχε
στρωθεί
το
όμορφο
γιορτινό
τραπέζι
και
κείνος
περίμενε
τη
πρόσκληση
για
να
συμμετάσχει. Η μέρα ήταν όμορφη έξω σήμερα…
Ενώ
το
κρέας
είχε
κλείσει
μέσα
του
την
απαραίτητη
φρεσκάδα,
περίμενε
τώρα
να
βουτήξει
στην
αγκαλιά
της
κατσαρόλας
με
το
σκόρδο
και
το
μαϊντανό..
όπερ
και
εγένετο.
Ο
κύριος
Ντόμ
άπλωσε
ανάλαφρα
τα
κομμάτια
κρέας
επάνω
στα
υλικά,
έβαλε
μία
κούπα λευκό κρασί και ένα λίτρο νερό και έκλεισε το καπάκι ρυθμίζοντας το γκάζι στη χαμηλή ένταση…
-Πατέρα μόλις ήρθε και το κοστούμι μου εγώ πάω ξέρεις… να συγυριστώ λιγάκι στον κουρέα
-Εντάξει Τζέϊμι, με το καλό παιδί μου
Ο Τζέϊμι έφυγε, το φαγητό ετοιμάζονταν στη κουζίνα, η βεράντα είχε φορέσει τα γιορτινά της……..
-Εεε ορέ Ντόμ τι θα φάμε σήμερα;
-Σοφρίτοοο καπετάνιε Σοφρίτοοο με πουρέεεεεε
-Άϊντε βάλε και πέσε μου να χτυπήσω τη κουδούνααα
-Έλα έλα γρήγορα Νικόλα γιατί ο καπετάνιος θέλει να δώσει το σύνθημα σε λίγο
-Ναι κυρΝτόμ βγάζω τις πατάτες της περνάω απ’ το γουδί και είμαστε έτοιμοι
-Ωραία, φτιάχνω τη σαλάτα και μιλάω του καπετάνιου
Μοσχοβολούσε
ο
πουρές
του
σήμερα..
Ο
βασιλικός
και
ο
κουρκουμάς
ήταν
δώρο
από
έναν
ναύτη
Ινδό
κάποτε,
που
μόλις
τελείωνε
τις
εργασίες
του
έμπαινε
στη
κουζίνα
να
βοηθήσει;
Όχι,
να
βάλει
τα
μπαχαρικά
που
είχε
μαζί
του.
Η
μαγειρική
του
πλοίου
ήταν
λυτή
σε
μπαχαρικά
και
κείνος
προσπαθούσε
να
δώσει
κάποιους
τόνους
γευστικούς
σε
θύμηση
της
πατρίδας
του..
και ο κύριος Ντόμ ακολουθούσε τις γεύσεις στα πιάτα του… μερικές φορές καθότι… ολίγον καυτερά !!
Έτσι
λοιπόν
καθώς
τελείωσε
με
το
βράσιμο
τους
της
έκοψε
και
της
έβαλε
στη
κατσαρόλα,
πρόσθεσε
λίγο
λάδι,
αρκετό
βασιλικό
ψιλοκομμένο
και
της
πέρασε
μιά
νοστιμιά.
Ύστερα
της
έβγαλε
και
της
έβαλε
στο
γουδί,
έριξε
κουρκουμά
και
άρχισε
να
της
πολτοποιεί.
Όχι
πολύ,
ίσα
που,
ήθελε
ο
πουρές
να
κρατάει
μέσα
του
τη
πατάτα…
Έτσι
είχε
πιά
τελειώσει
με
τη
μαγειρική.
Ο
πουρές
ήταν
έτοιμος,
το
σοφρίτο
είχε
μόλις
πει
την
τελευταία
του
λέξη
και
η
σαλάτα
θα
φτιαχνόταν
λίγο
πριν
την
ώρα
του
δείπνου... πήρε το ρόφημά του και πήγε στη σάλα όπου έκατσε στην αγαπημένη του καρέκλα.
-Μιά ωραία μέρα Ιονάθαν
-Νιάουυυ….