Η
Φρίντα
πήγε
στη
κουζίνα
να
φτιάξει
πρωϊνό
ρόφημα
για
όλους.
Ο
Ιονάθαν
είχε
ξυπνήσει
και
τριγύριζε
στα
πόδια
του
κύριου
Ντόμ.
Ο
Τζέϊμι
μίλαγε
με
τον
Τόμας
για
τον
έναστρο
ουρανό
που
σιγά
σιγά
μετάφραζε
της
ανταύγες
του
μπλε.
Η
Άσγκρεντ
είχε
γύρει στην αγκαλιά της θείας. Ξαφνικά ένας θόρυβος ακούστηκε από τη κουζίνα…
-Ωχ η φουφού το φόρεμα…
-Μούπεσε το κουτί με τη ζάχαρη μην ασχολείστε….
-Ποιά φουφού καλέ, ποιό φόρεμα…. ρώτησε η θεία τον κύριο Ντόμ
-Το
φόρεμα
της
Άσγκρεντ..
***του
ξέφυγε
τώρα
έπρεπε
να
το
πεί,
τι
να
κάνει***
η
φουφού
έφυγε
από
ψηλά
στη
καπνοδόχο,
έπεσε στο τζάκι, σηκώθηκε κάπνα, έπεσε όλη επάνω στο φόρεμα της Άσγκρεντ
Η
Άσγκρεντ
σηκώθηκε
από
την
αγκαλιά
της
θείας,
η
θεία
αναπήδησε
στη
καρέκλα
της,
ο
Τόμας
γύρισε
προς
τον
κύριο
Ντόμ
με
απορίας ύφος και ο Τζέϊμι κοίταξε το φόρεμα της Άσγκρεντ… το νυφικό φόρεμα της Άσγκρεντ
-αααααααααΜάν… αλλά δε καταλαβαίνω, μόνο κάτι μυρίζω…
-Απ’ το καθαριστήριο έρχεται
-Το χαρτάκι …είπε η θεία
-Ποιό χαρτάκι θεία;
-Στον ώμο σου… αυτό που σε τρώει, κάπου κει θάναι
-Η μοδίστρα… απάντησε τώρα ο κύριος Ντόμ
-Ποιά μοδίστρα πατέρα; Με τρώει το φόρεμα στον ώμο
-Το μηχάνημα του καθαριστηρίου χάλασε, κάηκε στον ώμο, πήγε στη μοδίστρα και μπατάρισε το καμένο σημείο
Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι αναφώνημα σε λα δίεση και χρωματικούς τόνους της άγριας δύσης απ’ όλους.. ούτε συνεννοούμενοι.
-Μα πως πότε όλ’ αυτά πατέρα;
-Το
είχα
κρεμάσει
στη
πλάτη
της
πόρτας
σαν
ήρθατε
και
σας
είπα
να
πάτε
στη
κουζίνα
να
φτιάξετε
το
τσάι..
μόλις
είχε
φύγει
το
παιδί από το καθαριστήριο…
Η
συντροφιά
ξέσπασε
στα
γέλια.
Δε
μπορούσαν
να
πιστέψουν
όλ’
αυτά
που
είχαν
συμβεί
και
πώς
άλλωστε
;
οι
κινήσεις
της
ομάδας επαναφοράς του φορέματος στην αρχική του κατάσταση ήταν ακαριαίες και κάτω από άκρα μυστικότητα.
-Εδώωω
είμαστεεεεε
Μη
γελάτε,
έχω
να
σας
φτιάξω
καφέ
και
τσάι
πολλά
χρόνια.
Αν
δεν
τα
πέτυχα
να
πάω
να
σας
τα
ξαναφτιάξω… μη γελάτε καλέ, μη γελάτεεε…..