-Έλα Ραβί τι θέλεις; -Κύριε Ντόμ θα ήθελα να κάνω μιά μαγειριά… μιάς και έχω τελειώσει όλες τις δουλειές που μου έδωσε ο Καπετάνιος -Θα μας τρελάνεις στο καυτερό; -Αν θέλετε βάζω μόνο στο δικό μου κύριε Ντόμ -Βάλε γενικά.. βάλε και θα σε βλέπω τι κάνεις, να ξεκουραστώ και γώ λιγάκι απ’ το πρωϊ… Ο Ινδός ναυτάκος έμπαινε συχνά στη κουζίνα για να βάλει στο δικό του φαγητό τα μπαχάρια που είχε μαζί από τη πατρίδα του… έπρεπε όμως να τα σοτάρει όλα αυτά και μετά να φάει… Πήρε λοιπόν το λάχανο, έβγαλε αρκετά φύλα και τα έκοψε με το χέρι σε ακανόνιστα κομμάτια κάπως μικρά όμως, αν και δεν χρησιμοποίησε το μαχαίρι. Δε ξέρω γιατί το έκανε αυτό, ούτε τον ρώτησα…. Μετά πήρε το μαχαίρι και ψιλόκοψε πολύ κρεμμύδι και μερικές πιπεριές πράσινες. Τα έβαλε στη καζάνα μαζί με λάδι. Τα γυρνούσε συνέχεια, δεν τ’ άφησε καθόλου ήσυχα γιά τουλάχιστον τρία λεπτά. Μετά έβαλε λάδι στο λάχανο μέσα στο μεγάλο γυάλινο μπόλ και το έπλασε για 2-3 λεπτά με τα χέρια του. Το έριξε στη καζάνα. Πήγε πλύθηκε και ξαναγύρισε από πάνω της. Έγινε του ανακατέματος για άλλα δύο με τρία λεπτά. Τόσο ανακάτεμα δεν είχα ξαναδεί. Μετά άνοιξε το τσίγκινο του μπελτέ, έβγαλε μια κουταλιά και την αραίωσε με νερό. Την έριξε μέσα και δώστου ανακάτεμα Ιονάθαν… δώστου ανακάτεμα. Τη φωτιά την είχε στα μισά της. Δεν ήθελε να τη φουντώσει. Αυτό το φαγάκι ήταν σαν ιεροτελεστία. Έκανε της κινήσεις του Ινδού ναυτάκου και δίδασκε στον Ιονάθαν μαγειρικές…. Έτσι όπως γύριζε με τη μεγάλη ξύλινη κουτάλα το φαΐ σκεφτόντανε και τα παιδιά του που θα περνούσαν υπέροχα στη μακρινή τη χώρα.. χαμογέλασε. Χαμογέλασε, άναψε τη πίπα του και πήγε στη πόρτα της κουζίνας. Έπρεπε τώρα να περιμένει μερικά λεπτά για να κάνει τα υπόλοιπα…. Αναρωτήθηκε πολλές φορές για κάτι… το έκανε μία ακόμα, έκανε μια γκριμάτσα, κοίταξε τον Ιονάθαν, -Και τώρα συνεχίζουμε Ιονάθαν Έπιασε ένα μεγάλο μάτσο μαϊντανό και το ψιλόκοψε. Τον έτριψε στα χέρια του κρατώντας συγχρόνως και μερικές σκελίδες σκόρδο και το έριξε μέσα στη κατσαρόλα. Έριξε μπόλικο κύμινο, κάρυ, πιπέρι, μιά κόκκινη πιπεριά και ένα καρότο σε μικροσκοπικά κυβάκια, πρόσθεσε το ρύζι και μιά κούπα νερό, έκλεισε το καπάκι και συνέχισε τη πίπα του… -Λοιπόν σε βλέπω τόσην ώρα αλλά να σε ρωτήσω… Γιατί έβαλες τόσο μαϊντανό; -Εμείς στη χώρα μας κύριε Ντόμ χρησιμοποιούμε πολύ μαϊντανό.. μας αρέσει αρκετά, θα δώσει όλο το άρωμα !! Στο πιάτο στο τέλος θα βάλω κι άλλο μαϊντανό, λίγο πορτοκάλι και λίγη ντοματούλα, θα δείτε τι ωραίο που θα γίνει κύριε Ντόμ. Ο Ινδός συνέχισε μετά από 15 λεπτά τη δημιουργία του. Άνοιξε το καπάκι, δοκίμασε και έβαλε μέσα λίγο κάτω από το μισό ποτήρι λάδι… ανακάτεψε απαλά και άφησε για 5 λεπτά ακόμα… το φαγητό είχε γίνει. Ο κύριος Ντόμ έβγαλε ένα πιάτο απ’ το ντουλάπι, ψιλόκοψε αρκετό μαϊντανό και έβαλε στο πιάτο το λαχανόριζο. Από πάνω έριξε τον ψιλοκομμένο φρέσκο μαϊντανό και πήγε πάλι στο ντουλάπι εκεί που είχε ένα τσιγκάκι με τροφή για τον Ιονάθαν… -Αυτό το πιάτο τρώγεται ζεστό Ιονάθαν, γι’ αυτό πήγαινε φάε και σύ και καλή μας όρεξη… -Καπετάνιεεεε… -Έλα Ντόοομμμ -Το φαγητό ειν’ έτοιμοοοοο -Εντάξειιιι χτυπάω τη κουδούναααααα….

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *