Και ποιά νάταν η αρχή; Ποιά νάναι μιά αρχή μέσα σε όλες τις αρχές, μιάς ώρας, μιάς μέρας, ενός μηνός, ενός χρόνου αν θέλεις.. ποιά νάναι μια αρχή, ή μάλλον ποιά νάναι μια νέα αρχή εξ αρχής… Η συζήτηση έφτασε στο απόγειο, τη θέση στο τραπέζι της αυλής είχε πιάσει τώρα το ωραίο κέικ.. -Κυρία Σίγκριντ με κακομαθαίνετε -Σας ΚΑΛΟμαθαίνω κύριε Ντόμ, χρόνια τώρα είχα να φτιάξω κέικ, το έφτιαξα ειδικά για εσάς Και ο Ιονάθαν άφησε το χέρι του από τη γυάλα και ξάπλωσε πάλι στη καρέκλα.. -Να ώς και ο Ιονάθαν συνήθισε το ψαράκι -Κάθε μέρα εδώ είναι κύριε Ντόμ, κάθε μέρα είναι δώ και τα λέμε… Εκεί στη πίσω βεράντα ο κύριος Ντόμ είχε πάρει το ρόφημά του και τα σκεφτόντανε όλ’ αυτά και η μέρα έγειρε.. ήρθε το βράδυ, είδε τον έναστρο ουρανό ν’ ανατέλλει, αναπόλησε εκείνες τις μέρες στο καράβι με τους υπόλοιπους στο κατάστρωμα να λένε ιστορίες, ιστορίες του έναστρου ουρανού… -Καπετάνιο πες μας μια ιστορία -Μιά φορά και έναν καιρό ήταν εγώ. Τριγύριζα μέσα σε ένα άπειρο σύμπαν, σε ένα συμπαγές σύμπαν με φωτάκια που λαμποκοπούσαν και τότε ξαφνικά Οι ναύτες έμεναν με ανοικτό το στόμα κάθε φορά που ο καπετάνιος έλεγε μιά ιστορία από τον εαυτό του. Από κείνες τις αμέτρητες ημέρες του μέσα στη θάλασσα. -Να! εκεί, στο απέραντο σύμπαν, η καταιγίδα ήταν τόσο ισχυρή που έτριζαν όλα. Τα μέταλλα χτυπάγανε σα να χτυπάς κατσαρόλες στο έδαφος με δύναμη. Η βαριά θάλασσα έσφιγγε το σκαρί με μανία στην αγκαλιά της, δεν ήθελε να φτάσουμε στο λιμάνι, δεν ήθελε να πάμε στ’ απόνερα αβαθή και στις χοιράδες. Εκεί στη μέση του ωκεανού, μας ήθελε κει κοντά της. Και πότε μία κάτω, πότε μία πάνω και πότε μία τα κύματα έλουζαν τη γέφυρα.. Πάρε αριστερά δυόοοοο νάσου και το περάσαμε κι αυτόοοοο -Καπετάνιο -Έλα δώσμου τη τιμονιέρα πήγαινε φέρε μου μια κούπα τσάι -Μάλιστα Καπετάνιο Μάλιστα -Τότε εκεί μέσα στα κύματα ξεπρόβαλε. Με έβλεπε μία και ξαναχάνονταν, έτριψα τα μάτια μου, έπιασα δυνατότερα τη τιμονιέρα, δυνάμωσα το βλέμμα μου και συγκεντρώθηκα εκεί εμπρός πέρ’ απ’ τη πλώρη. Και νάσου ξαναβγήκε στους αφρούς. Την έλουζε το φεγγάρι. Σα χάδι μαγικό το σώμα της συνάμα γυάλιζε στον έναστρο ουρανό με το φεγγάρι και… Η θάλασσα, το καράβι, ο Καπετάνιος… αυτά ήταν όλα ίδια ναι, αλλά η ιστορία ποτέ, μα ποτέ δεν ήταν ίδια… -Σα χάδι μαγικό το σώμα της συνάμα γυάλιζε στον έναστρο ουρανό γινόνταν ένα με το φεγγάρι και… μέσα στην άχνα των κυμάτων έγινε ουράνιο τόξο λαμπερό. Συναντήθηκε με τ’ άστρα, έλαμψε σαν ουράνιο σώμα… και χάθει… -Καπετάνιο το τσάϊ σας ! -Έλα Μαέστρο, πιάσε το τιμόνι.. θα ρολλάρουμε και θα βρούμε ν’ απαγκιάσουμε… το λιμάνι είναι μπρός μας και μας περιμένει… έλα αγόρι μου

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *