Οι
σούπες
ήταν
η
αγαπημένη
του
ασχολία.
Ο
καιρός,
οι
θερμοκρασίες,
τα
όμορφα
τοπία
της
φύσης
σ’
όλες
τις
εποχές
δυνάμωναν
αφάνταστα
με
τη
παρουσία
ενός
ζεστού
πιάτου
σούπας…
κάθε
λογής,
δεν
τον
απασχολούσε
αυτό.
Δεν
ήταν
η
γεύση
το
θέμα
του
γούστου,
ήταν
η
διαδικασία
και
η
απόλαυση
στο
τέλος.
Η
ζεστασιά
που
επέφερε και η χαρμόσυνη αίσθηση που ένιωθε το σώμα όλο.
Οι
σούπες
του
κυρίου
Ντόμ
όμως
έφερναν
και
κάτι
από
αγέρα
άλλονε.
Έφερναν
μιά
θαλασσινή
αύρα
μολονότι
δε περιείχαν πολλές φορές κάποιου είδους ψάρι ταξιδεύαν παράλληλα με τη ζωή του στα καράβια.
-Έλα
Ιονάθαν
ας
κόψουμε
τα
κρεμμυδάκια
τις
πατατούλες
και
τα
καροτάκια
μας,
σήμερα
θα
φτιάξουμε
μιάν
ανάμνηση από σούπα..
Έβαλε
στη
κατσαρολίτσα
λαδάκι
και
την
έβαλε
στη
στόφα.
΄Ώσπου
να
καθαρίσει
τις
πατατούλες
το
λαδάκι
έπιασε
θερμοκρασία
και
έριξε
μέσα
το
κρεμμυδάκι.
Πήγε
στο
ντουλάπι,
έβγαλε
το
τζίντζερ
και
ράντισε
το
κρεμμυδάκι
που
άρχισε
εντωμεταξύ
να
καραμελώνει.
Ανακάτεψε
και
έριξε
μέσα
τις
πατατούλες
και
τα
καροτάκια.. χαμήλωσε τη στόφα, συμπλήρωσε νερό πήρε τη πίπα του και βγήκε στο μπαλκόνι.
Από
μακριά
φαινόνταν
ότι
η
καταιγίδα
ερχόντανε
βαριά-βαριά.
Ο
ουρανός
είχε
τώρα
ένα
μπλέ/γκρί
χρώμα
με
απαλές ανταύγες του λευκού. Κάθισε στη καρέκλα και αναπόλησε τους χειμώνες… ερχόνταν ο χειμώνας !!
Ο καλλίτερος χειμώνας.
-Έλα Ιονάθαν, πάμε να τελειώσουμε τη σούπα μας.
Συνέχισε
το
υπέροχο
έργο
του
στύβοντας
ένα
πορτοκάλι
και
ρίχνοντας
το
χυμό
μέσα
στη
σούπα.
Πρόσθεσε
μια
γεμάτη
κουταλιά
από
ταχίνι,
έριξε
μισή
κουταλίτσα
μέλι
και
ανακατεύοντας
τράβαγε
τη
πίπα
του
απολαμβάνοντας την άχνα της κατσαρόλας.
-Σου έχω μία έκπληξη σήμερα, θα σου δώσω κάτι που μου έδωσε η κυρία Ούνα. Ένα δώρο μα τι δώρο…
Και
ο
Ιονάθαν
τον
κοίταγε
εκστασιασμένος.
Ο
κύρης
του
του
μιλούσε
λές
και
ήταν
άνθρωπος,
μα
δεν
ήταν..
ήταν
ένας
γάτος
λευκός
που
περιπλανιόνταν
στις
φυλλωσιές
του
πάρκου.
Ούτε
που
θυμάται
τώρα
πως
βρέθηκε
εκεί.
Θυμάται όμως ότι ο κύριος Ντόμ τον περίθαλψε και του πρόσφερε φαγάκι και ζεστασιά.
Η
σούπα
είχε
τελειώσει
τον
βρασμό
της
όμως
στην
απαλή
πάντα
φωτιά.
Την
είχε
μεταφέρει
τώρα
σε
ένα
μιξεράκι
και
την
ανακάτευε
σιγά
σιγά
για
μερικά
δευτερόλεπτα.
Είχε
αποκτήσει
μιά
βελουδένια
υφή
και
μία
άριστη
πορτοκαλί
ώχρινη
εικόνα.
Τη
στόλισε
με
λίγο
δυόσμο
από
το
κηπάριο
που
είχε
στη
βεράντα
και
κάθισε
να
την
απολαύσει
ενώ
ο
Ιονάθαν
παράλληλα
έγλυφε
ένα
παράξενο
μασούρι
με
γεύση
ψαριού
δίπλα
του..
το
δώρο της κυρίας Χάνα !!
Ο χειμώνας στο βάθος του ορίζοντα, ερχόντανε μάλλον μανιασμένος…