Ίριδα λοιπόν.. η θεά, ας διαβάσω τη μετάφραση του κειμένου αυτού που είναι στα αρχαία ελληνικά έτσι ώστε να σας πώ το τι σημαίνει και να φτάσουμε στο σημείο που θέλω... σε κάθε περίπτωση μου αρέσει η παρέα σας -Σ’ ευχαριστούμε πολύ Βιτόρια για ότι μας λές και γι’ αυτά που μας προσφέρεις -Τιμή μου Άσγκρεντ, τιμή μου που με επισκεφτήκατε. Λοιπόν ας αρχίσουμε γιατί μετά έχω να σας πώ και τα τελευταία για την βιοτεχνία, έχουμε και τα υφάσματα Φρίντα, έχουμε πολλά, λοιπόν Μηνύτρα στην λευκόχερην Ελένην ήλθ’ η Ίρις και ομοιώθη με την αδελφήν του ανδρός της Λαοδίκην, που ‘χε τον Ελικάωνα Αντηνορίδην άνδρα απ’ όλες ωραιότερη τες κόρες του Πριάμου. Την ήβρεν οπού ύφαινε διπλό μεγάλο υφάδι πορφύριο κι επάνω του κεντούσε τους πολέμους των χαλκοφόρων Αχαιών, των ιπποδάμων Τρώων που εξ αφορμής της απαρχής εκείνοι επολεμούσαν. Εστάθηκ’ η γοργόποδη θεά εμπρός της κι είπε: «Έλα, γλυκιά μου, πράγματα να ιδείς και να θαυμάσεις των χαλκοφόρων Αχαιών, των ιπποδάμων Τρώων, αυτοί που τον πολύθρηνον αγώνα του πολέμου ν’ αρχίσουν ήσαν πρόθυμοι, τώρα ησυχάζουν όλοι· έπαυσ’ ο πόλεμος και αυτού γυρμένοι στες ασπίδες κάθονται κι έστησαν ορθά σιμά τους τα κοντάρια, κι ο ψυχερός Μενέλαος κι ο Πάρις εκεί κάτω με τα μακριά κοντάρια τους για σε θα πολεμήσουν· και ο νικητής ομόκλινην θα σ’ έχει αγαπημένην». Η Άσγκρεντ ο Τζέϊμι και η Φρίντα είχανε μπει στα δίχτυα των στίχων που έλεγε η Βιτόρια με έναν τρόπο κυμματόμορφο. Η φωνής της είχε μία ξεχωριστή χροιά καθώς απάγγελνε τους στίχους της Ιλιάδας…. Μόλις τελείωσε, ήπιε λίγο τσάι, άνοιξε το παράθυρο προς το μέρος του Μάριο και γυρνώντας προς αυτόν του είπε… -Εσύ; Εσύ τι έχεις να πεις για όλα αυτά; Και η παρέα μας άρχισε τα γέλια με την ερώτηση που έκανε η Βιτόρια στον παπαγάλο της ο οποίος την κοίταξε με τέτοιον τρόπο, λές και γελούσε κι αυτός…

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *