Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα
κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται
μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ
κι εσείς του ξίφους
* * ε β ί ν α * *
Μαγεμένες μελωδίες σαναριεμένους Δροσουλίτες
εξαγγέλλει η μορφή σου, Μαρτυρεί η ψυχή σου συνάμα,
και κείνο το μαύρο μαντήλι που φορούσες, κατάφτερνα’ πτη κορφή,
λόγια που δεν είχες μονάχα έγνεφες;… Ποίμα όλο.
Τι συλλοϊζεσαι Λίλιουμ της προσμονής
που σα σύγνεφο περπατάς συ γής αποδιώκτρα;
ψιθυρίζεις Αγγέλους, το ξέρεις,
στη γραμμή της σιωπής το δάκτυλο σου φέρνεις…
Μα συνεχάω Αδελφήσε της Εκκλησιάς ο στύλος,
ο λόγος σου τραγούδι και η σιωπή σου Δήλος.
Μα ως εδώ άλλα δεν έχω να ιπώ μονάχα ‘φήνομαι,
στα χαρμόσυνά σου τ’ ακρογιάλια, συ, Χριστονύμφη.