Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα
κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται
μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ
κι εσείς του ξίφους
* * ε β ί ν α * *
Και πήγε να βρει το αθάνατο νερό
εκεί στις άκριες της ζημιογόνου Θλίψης
Αναπτερώνοντας όλα τα ηθικά της την αναγέννησε,
την ξύπνησε και κείνη ρώτησε
Ήμουν ασήμαντη; έφερες ανοσιά, τι θέλεις;
Θέλω να σε διώξω για πάντα. Θέλω να ξαναγεννηθείς.
Θα το κάνω.. είδα σένανε κι αυτό μου φτάνει
Θα το κάνεις για μένα;
Όχι μόνο, για όλους. Εσέ θα σ’ ανταμείψω με τ’ αθάνατο νερό.
Και κείνη το πήρε και άφησε την πρώην Θλίψη αναγεννημένη
σ’ ένα κουβάρι δάκρυαστάχτες να μην αναπολεί τα προηγούμενα
και καθώς εκείνη έφευγε πίσω της δυό λόγια της Θλίψης άκουσε
Παρακαλώ.. ποιός τάχα σ’ έστειλε;
Η Πίκρα… ήμουν λίγο πριν εκεί.